γίνομαι lesz, van, trtnik (A/με vmvel): τι ώρα θα γίνει η παράσ-ταση; hnykor lesz az elads? τι γίνεσαι v. τι γίνεται; hogy vagy? mi van veled? τι έγινε; mi trtnt? τι γίνεται με τη φίλη σου; mi van a bartnddel?
κουζίνα (η) tzhely
σύζυγος (ο/η) hzastrs
πίνακας (ο) itt: biztostktbla
χολ v. χωλ (το) elszoba
ασφάλεια (η) biztonsg; biztosts; itt: biztostk
διάδρομος (ο) folyos
ανάβω (ανάψω) felkapcsol; meggyjt
φως (το, tsz: φώτα) fny, vilgossg; (tsz is) villany, lmpa
διακοπή ρεύματος ramsznet
λειτουργώ (λειτουργήσω) mkdik
βλάβη (η) hiba, meghibsods
(τηλεφωνικός) κατάλογος (ο) telefonknyv
ηλεκτρολόγος (ο) villanyszerel
λεωφόρος (η) sugrt
βλάκας (ο) hlye
πρόσωπο (το) arc; szemly
διάλογος (ο) prbeszd
μέθοδος (η) mdszer
είσοδος (η) bejrat
έξοδος (η) kijrat
ψήφος (η) szavazat
πρόοδος (η) fejlds
Κηφισιά (η) Kifiszia (Athn szaki vrosrsze)
μαθαίνουμε κιθάρα tanulunk gitrozni
με θέμα (+Τ) vmilyen tmban
τουαλέτα (η) vc
τέλος (το) vg
αρχαιολόγος (ο/η) rgsz
παιδίατρος (ο/η) gyermekorvos
λόγος (ο, tsz: λόγια, τα) sz, beszd; ok
κατάστημα (το) zlet
Ρόδος (η), Νάξος (η), Λέσβος (η), Χίος (η), Κύθνος (η), Σέριφος (η), Σίφνος (η), Σκίαθος (η), Σκόπελος (η) Rodosz v. Rhodosz, Naxosz, Leszvosz v. Leszbosz, Kithnosz v. Kthnosz, Szerifosz, Szifnosz, Szkiathosz, Szkopelosz (szigetek az gei-tengeren)
έμμεσο αντικείμενο kzvetett trgy
άμεσο αντικείμενο kzvetlen trgy
καρέκλα (η) szk
αντωνυμία (η) nvms
αποτέλεσμα (το) eredmny
μαχαιροπήρουνα (τα) eveszkzk
|
|
συνταγή (η) recept
δόντι (το) fog; gerezd
σκόρδο (το) fokhagyma
κουταλιά σούπας (η) evkanl
κόβω (κόψω) (meg-/fel-/el)vg
σαλατιέρα (η) salts tl
ανακατεύω (ανακατέψω) sszekever
ρίχνω (ρίξω) (el)dob; (r-/ki)nt
πιπεριά (η) paprika
μαϊντανός (ο) petrezselyem
ρίγανη (η) szurokf, oregano
ψιλοκομμένος-η-ο aprra vgott
ξανά (gyakran igektknt is: ξανά-) jra, mg egyszer: θέλω να ξαναδιαβάσω το βιβλίο mg egyszer el akarom olvasni a knyvet; (elidej igkkel) mr (tbbszr), (tagadva) mg: έχεις ξανάρθει στην Ελλάδα jrtl mr Grgorszgban? δε σε έχω ξαναδεί nem lttalak mg
ανεβαίνω itt: drgul
ενοίκιο (το) brleti dj
κοινόχρηστα (τα) kzs kltsg
διαμέρισμα (το) laks, apartman
κρεβατοκάμαρα (η) hlszoba
καθιστικό (το) nappali
δημόσιος-α-ο kz-, llami; itt: δημόσιο (σχολείο) llami iskola
περνώ tmegy/-halad (T vmn): να περάσουμε το δρόμο; tmenjnk a tloldalra (az ton)?
επικίνδυνος-η-ο veszlyes
πεθερός (ο) aps
πεθερά (η) anys
κουράζομαι (κουραστώ) elfrad
διαβάζω itt: foglalkozik, tanul (T vkvel)
σιδερώνω (σιδερώσω) vasal
σταματώ abbahagy: σταμάτησα να καπνίζω abbahagytam a dohnyzst; de: σταμάτησα να καπνίσω meglltam rgyjtani
κρυώνω (κρυώσω) (meg)fzik
την ώρα που mikzben/-alatt: την ώρα που άκουγα μουσική, άκουσα κάτι παράξενο mikzben zent hallgattam, valami furcst hallottam
πληροφορία (η) informci
ουσιαστικό (το) fnv
γλώσσα (η) nyelv
Ολλανδός (ο), Ολλανδέζα (η), ολλανδικός-ή-ό holland
Καναδός (ο), Καναδή (η), καναδικός-ή-ό kanadai
ηλεκτρικά (τα) itt: elektromos berendezsek
θερμοσίφωνας (ο) bojler
μπρίζα (η) konnektor
πλυντήριο (το) mosgp
φτιάχνω megjavt
έξοδα (τα) kiads
φτάνω elg, elegend: δε φτάνουν τα λεφτά μου nem elg a pnzem
|