επιτυχία (η) siker: καλή επιτυχία! sok sikert!
τραπεζαρία (η) tkez, ebdl
πέρασε! gyere be!
ντρέπομαι (ντραπώ) (el)szgyelli magt, szgyenlskdik
σημείωση (η, tsz: -εις, fl tsz) jegyzet
μόλις ppen, az elbb, nemrg
σάντουιτς (το) szendvics
αηδία (η) szrnysg
σωστός-ή-ό helyes; itt: rendes, normlis
δοκιμάζω (δοκιμάσω) meg-/fel-/kiprbl; megkstol
πιάτο (το) tnyr
αλήθεια (η) igaz, igazsg
όπως ahogy
κομμάτι (το) darab
εδώ τρώνε πέντε άνθρωποι! ez t embernek is elg lenne!
εξέταση (η, tsz: -εις, fl tsz) vizsga: πότε θα δώσεις (εξετάσεις) στα ελληνικά; mikor lesz a grg vizsgd?
μόνο csak
στην υγεία σου! egszsgedre!
σηκώνω (σηκώσω) felemel
διακοπές (οι) nyarals; vakci
τα λέει beszl(get), trcsel: πότε θα έρθεις να τα πούμε λίγο; mikor jssz egy kicsit beszlgetni? τα λέμε! (bcszsnl) viszlt!
ετοιμάζομαι (ετοιμαστώ) kszldik
χαλβάς (ο) halva (keleti eredet dessg)
όρεξη (η) tvgy
χρόνια πολλά! Isten ltessen! (szinte az sszes nnepnl hasznlhat jkvnsg)
προστακτική (η) felszlt md
βρίσκω (βρω, βρήκα) (meg)tall; meg-/ki-/elkeres: βρες τα κλειδιά μου! keresd meg a kulcsomat!
ήσυχος-η-ο nyugodt
βάζει τραπέζι ebdet/vacsort ad, (meg)tert
στρώνω (στρώσω) letert: στρώνει το τραπέζι asztalt tert; στρώνει το κρεβάτι meggyaz
φτιάχνει το δωμάτιο szobt takart
καθαρίζω (καθαρίσω) takart, tisztt
πλένω (πλύνω) mos: πλένει τα πιάτα mosogat
μαζεύω (μαζέψω) (ssze)szed/-gyjt
αρνητικός τύπος tilt alak
ρήμα (το) ige
χρήμα (το, fl tsz) pnz
φαντάζομαι (φανταστώ) (el)kpzel, gondol: για φαντάσου! kpzeld (el)!
πληρώνομαι (πληρωθώ) megkapja a pnzt
χάνομαι (χαθώ) elveszik, eltnik
εργάζομαι (εργαστώ) dolgozik
χτενίζομαι (χτενιστώ) fslkdik
παρακείμενος (ο) elidej jelen
υπερσυντέλικος (ο) elidej mlt
κουζίνα (η) konyha
παίζω (+ Τ) vmilyen sportot z; vmt jtszik; vmilyen hangszeren jtszik: παίζει καλό μπάσκετ jl kosrlabdzik; τα παιδιά παίζουν κρυφτό a gyerekek bjcskznak; δεν ξέρω να παίζω πιάνο nem tudok zongorzni
ομάδα (η) csapat
λεπτός-ή-ό vkony
σαν (+T) mint
χοντρός-ή-ό kvr; vastag
τότε akkor
γλυκός-ιά-ο des
ευγενικός-ή/ιά-ό udvarias
αρχιτεκτονική (σχολή) ptszkar
εξαιρετικός-ή-ό kivteles
Μικρά Ασία (η) Kis-zsia
μανούλα (η) anyuka, anyuci
μαχαίρι (το) ks
πηρούνι (το) villa
κουτάλι (το) kanl
αρκετά elg(g)
αρκετός-ή-ό nem kevs, j nhny, elg sok: έχω πάει στην Ελλάδα αρκετές φορές voltam mr j nhnyszor Grgorszgban
εκδρομή (η) kirnduls
βρώμικος-η/ια-ο piszkos
γαλλικός-ή-ό (mn) francia, [(fn) Γάλλος (ο), Γαλλίδα (η)]
μελαγχολικός-ή-ό szomorks, bs
μαλακός-ή/ιά-ό puha
γερμανικός-ή-ό (mn) nmet [(fn) Γερμανός (ο), Γερμανίδα (η)]
ελβετικός-ή-ό (mn) svjci [(fn) Ελβετός (ο), Ελβετίδα (η)]
ιταλικός-ή-ό (mn) olasz [(fn) Ιταλός (ο), Ιταλίδα (η)]
ρωσικός-ή-ό (mn) orosz [(fn) Ρώσος (ο), Ρωσίδα (η)]
μπαλέτο (το) balett
ισπανικός-ή-ό (mn) spanyol [(fn) Ισπανός (ο), Ισπανίδα (η)]
λογοτεχνία (η) irodalom
αγγλικός-ή-ό (mn) angol [(fn) Άγγλος (ο), Αγγλίδα (η)]
ποδοσφαιρικός-ή-ό futball-
δανέζικος-η-ο (mn) dn [(fn) Δανός (ο), Δανέζα (η)]
έπιπλο (το) btor
σουηδικός-ή-ό (mn) svd [(fn) Σουηδός (ο), Σουηδέζα (η)]
γυμναστική (η) torna
δίσκος (ο) (hang)lemez
ιρλανδέζικος-η-ο (mn) r [(fn) Ιρλανδός (ο), Ιρλανδέζα (η)]
λαϊκός-ή-ό npi, np-
άσκηση (η, tsz: -εις) gyakorlat, feladat
λέξη (η, tsz: -εις) sz
τάξη (η, tsz: -εις) osztly; rend
βραδινός-ή-ό esti
ορθογραφία (η) helyesrs
απογευματινός-ή-ό dlutni
κάνει μια ερώτηση feltesz egy krdst, krdez valamit
χημεία (η) kmia
|
|
μανάβικο (το) zldsges (zlet)
μπακάλικο (το) fszerbolt
σιγά-σιγά lassanlassan
κέντρο (το) kzpont
πρωτεύουσα (η) fvros
όλο (και) egyre, folyton: η ζωή γίνεται όλο και πιο ακριβή az let egyre drgbb
ανώνυμος-η-ο nvtelen
ανθρώπινος-η-ο emberi
καθημερινός-ή-ό napi, mindennapos
επαφή (η) rintkezs, kontaktus
μπακάλης (ο, tsz: -ηδες) fszeres
ζεστασιά (η) melegsg, szvlyessg
φιλικός-ή-ό barti
κουβέντα (η) beszlgets
μακαρόνι (το, fl tsz) makarni, spagetti
ρύζι (το) rizs
αλάτι (το) s
πιπέρι (το) bors
αλεύρι (το) liszt
κονσέρβα (η) konzerv
ποτό (το) ital
σαλάμι (το) szalmi
ξύδι (το) ecet
λεμόνι (το) citrom
ροδάκινο (το) szibarack
καρπούζι (το) grgdinnye
πεπόνι (το) srgadinnye
σταφύλι (το, fl tsz) szl
καρότο (το) rpa
σπανάκι (το) spent
μαρούλι (το) fejes salta
λάχανο (το) kposzta, salta
μελιτζάνα (η) padlizsn
κολοκυθάκι (το) cukkini,
χασάπης (ο, tsz: -ηδες) hentes
κιμάς (ο) darlt hs
συκώτι (το) mj
παϊδάκι (το) borda, oldalas
μοσχάρι (το) borj
αρνάκι (το) brny
χοιρινό (το) disznhs
μεσάνυχτα (τα) jfl
Πάσχα (το) hsvt
Χριστούγεννα (τα) karcsony
ταξιτζής (ο, tsz: -ήδες) taxisofr
απεργία (η) sztrjk
καφετζής (ο, tsz: -ήδες) kvhztulajdonos
πάω (el)visz: πού να σε πάω; hova vigyelek?
κο(υ)στούμι (το) ltny
καθαριστήριο (το) patyolat
λεκές (ο, tsz: -έδες) folt
καναπές (ο, tsz: -έδες) kanap
λουκουμάς (ο, tsz: -άδες) mzesfnk
παππούς (ο, tsz: -ούδες) nagypapa
μαθηματικά (τα) matematika
γήπεδο (το) sportplya
ανοησία (η) rtelmetlensg
σχολή (η) (egyetemi) kar
μπαίνω (μπω, μπήκα) bemegy; bejut (pl. az egyetemre)
|