χαιρετισμός (ο) dvzlet
ξαδέρφια v. ξαδέλφια (τα) unokatestvrek
φαντάζεσαι τι έγινε! kpzelheted mi volt!
μέρος (το) hely
κρύσταλο (το) kristly
άγχος (το) stressz, szorongs
Υ.Γ. utirat, P.S.
ποιος νομίζεις πως είναι στην Κέρκυρα; mit gondolsz, ki van Korfun? (a ‘mit gondolsz’-ot kvet trgyi mellkmondat krdszava a mondat elejre kerl: ποιος νομίζεις πως είσαι! mit gondolsz, ki vagy te!
περπατώ (-άω, περπατήσω) stl
παρατατικός (ο) folyamatos mlt
γυμνάσιο (το) gimnzium (a grg iskolarendszerben az ltalnos iskola hat-, a gimnzium s az azt kvet lceum pedig hromosztlyos)
ως (+T) -ig
χτυπάει το τηλέφωνο cseng a telefon
χτυπώ (-άω, χτυπήσω) t
φωνάζω (φωνάξω) hv; kiabl
τραγουδώ (-άω, τραγουδήσω) nekel
χιλιόμετρο την ώρα km/h
ατύχημα (το) baleset
κολυμπώ (-άω, κολυμπήσω) szik
καθώς amint, ahogyan
περνώ jr, megy, jn, (el)halad (από vm mellett, vmerre)
δυνατά hangosan
ξεκουράζομαι (ξεκουραστώ) pihen
κράτος (το) llam
έθνος (το) nemzet
είδος (το) faj, fajta, jelleg: όλων των ειδών πράγματα mindenfle dolog
δάσος (το) erd
γένος (το) (pl. hm-) nem
λάθος (το) hiba
έδρα (η) szkhely
Ηνωμένα Έθνη (τα) ENSZ
δημοκρατία (η) demokrcia; kztrsasg
αρχηγός (ο) vezet
νέφος (το) szmog
ύψος (το) magassg
πλάτος (το) szlessg
μήκος (το) hosszsg
τρώω itt: (pl. szomorsg) (fel)emszt, felrl, tnkretesz
αγαπημένος-η-ο kedves, drga; kedvenc
νηστικός-ή/ιά-ό hes
μέλι (το) mz
στην ώρα (μου/σου/του stb.) pontosan, idejben: να είσαι στο σχολείο στην ώρα σου! idben rj az iskolba!
προσέχω (προσέξω) figyel, gyel, vigyz (T vmre)
ύπνος (ο) lom, alvs: πάω για ύπνο megyek aludni
|
|
οι δικοί μας a rokonaink, a hozztartozink
συγγενής (ο, tsz: -είς) rokon
εγγονός (ο) fiunoka
εγγονή (η) lnyunoka
εγγόνια (τα) unokk
ανηψιός (ο) unokacs (nagybcsi)
ανηψιά (η) unokahg
ανήψια (τα) unokatestvrek
κουμπάρος (ο) koma, nsz; tan
κουμπάρα (η) nszasszony; tan
νονός (ο) keresztapa
νονά (η) keresztanya
αγαπητός-ή-ό kedves: Αγαπητέ Νίκο, Kedves Nikosz!
συνεχής-ής-ές folyamatos
φάρμακο (το) gygyszer
βιάζομαι (βιαστώ) siet
ταξιδεύω (ταξιδέψω) utazik
κοιτάζω (κοιτάξω) nz
συνεχίζω (συνεχίσω) folytat, tovbb…: συνεχίζω να διαβάζω tovbb olvasok
λέει ψέματα hazudik
σφουγγαρίζω (σφουγγαρίσω) felmos
συγυρίζω (συγυρίσω) takart, rendet rak
ξεσκονίζω (ξεσκονίσω) trlget, portalant
ενοικιάζεται kiad
τ.μ. m2
τηλ. tel.
ώρες γραφείου (οι) flfogads
νοικιάζω (νοικιάσω) brbe ad; kibrel, klcsnz
περιοχή (η) krnyk
εκκλησία (η) templom
άτομο (το) f, szemly
χρειάζομαι (χρειαστώ) szksge van (T vmre) (A vknek): ο Νίκος χρειάζεται λεφτά Nikosznak pnzre van szksge; szksges: χρει-άζονται λεφτά pnzre van szksg
γι’ αυτό ezrt
καταλαβαίνω itt: rjn, gondol
ντουλάπι (το) szekrny
ζητώ (-άω, ζητήσω) kr
θυρωρός (ο) ports
κατά (+ T) (idpontnl) krl, fel
σεντόνι (το) leped; (tsz) gynem
πολυθρόνα (η) fotel
χαλί (το) sznyeg
κουβέρτα (η) pld, takar
πετσέτα (η) trlkz
κουρτίνα (η) fggny
οδοντόβουρτσα (η) fogkefe
ψυγείο (το) htszekrny
μαξιλάρι (το) prna
παντόφλα (η, fl tsz) papucs
σαπούνι (το) szappan
οδοντόπαστα (η) fogkrm
παλτό (το) kabt
αδιάβροχο (το) eskabt
ομπρέλα (η) eserny
φουτ-μπωλ (το) futball
βόλεϋ (το) rplabda
σκύλος (ο) kutya
ισόγειο (το) fldszint
|