αυτό είναι δικό σου πρόβλημα ez a te bajod
δικός-ή/ιά-ό μου/σου/του stb (ers birtokos nvms) az n . . .m/te . . .d/ . . .ja stb: το δικό μου αυτοκίνητο είναι κόκκινο, ενώ το δικό σου πράσινο az n autm piros, a tied pedig zld; az enym/tied/v: αυτό το αυτοκίνητο είναι δικό μου ez az n autm; sajt: έχω δικό μου αυτοκίνητο van sajt autm
σημερινός-ή-ό mai
εποχή (η) kor(szak)
δίπλωμα (το) oklevl, diploma
μεγαλώνω (μεγαλώσω) felnevel; (fel-/meg)n
εξοχή (η) nyarals; nyaralhely
πιστεύω (πιστέψω) (el)hisz (Τ vmt, vknek): δε σε πιστεύω nem hiszek neked; hisz (σε vmben): ο Νίκος πιστεύει στο Θεό Nikosz hisz Istenben
μόρφωση (η) mveltsg; iskolztats
φροντιστήριο (το) dlutni (magn)iskola
όνειρο (το) lom
σκοτεινός-ή-ό stt
ταμπέλα (η) (cg-/nv-/rendszm)-tbla
αχάριστος-η-ο hltlan
τεμπέλης-α-ικο lusta
ό,τι ami(t) (csak)
ότι (ktsz) hogy
ευθύνη (η) felelssg
πρώτα απ’ όλα mindenek eltt
εκεί σταματάς; mg mindig ott jrsz?
βρίσκω eszbe jut: αυτό βρήκες να πεις; csak ezt tudod mondani?
πεισματάρης-α-ικο makacs
ενδιαφέρων-ουσα-ον rdekes
παθητική φωνή (η) szenved igenem
κοκκινίζω (κοκκινίσω) (el)pirul
ενδιαφέρομαι rdekldik (για vm irnt)
χωρίς να . . . anlkl, hogy
κατάληξη (η, tsz: -εις) vgzds, rag
ζηλιάρης-α-ικο irigy(ked); fltkeny
γκρινιάρης-α-ικο sirnkoz
τσιγγούνης-α-ικο irigy, fukar
παραπονιάρης-α-ικο panaszkods
κουτσομπόλης-α-ικο pletyks
κάνει παρέα bartkozik
παντρεύομαι (παντρευτώ) (ssze-/meg)hzasodik (T vkvel)
βιτρίνα (η) kirakat
χτυπάει το πόδι dobbant, toppant
ναζιάρης-α-ικο huncut, cserfes, magakellet
τεχνολογία (η) technika
ταχύτητα (η) sebessg
δίνει τέλος vget vet
δημιουργώ (δημιουργήσω) alkot, teremt, ltrehoz
ανάγκη (η) szksglet, igny; szksg (Τ/από vmre): έχω ανάγκη από λεφτά pnzre van szksgem
επιθυμία (η) kvnsg, haj, vgy
επάγγελμα (το) szakma, foglalkozs
παρελθόν (το) mlt
πια mr
ζητώ keres
σύγχρονος-η-ο modern
κάτι που να χρειάζεται λιγότερη εργασία valami, ami kevesebb munkt ignyel (a ‘που’ vonatkoz nvms mellett ltalban akkor fordul el a ‘να’, ha a mondat krd, tagad vagy felszlt, illetve, ha a fmondatban olyan szksgletet kifejez igk vannak, mint pl. a ‘θέλω’, ‘χρειάζομαι’, ‘ζητώ’: μήπως υπάρχει εδώ κανένας που να ξέρει ελληνικά; van esetleg itt valaki, aki tud grgl? χρειάζομαι κάποιον που να μιλάει ελληνικά szksgem van valakire, aki beszl grgl
εργασία (η) munka
οικονομικός-ή-ό anyagi; gazdasgi
ρυθμός ζωής (ο) letstlus
κομπιούτερ (το) szmtgp
τεχνολογικός-ή-ό technikai
περιπέτεια (η) kaland
διαφορετικός-ή-ό msmilyen, klnbz
σκληρός-ή-ό kemny
άνθρωπος της καριέρας karrierista
καριέρα (η) karrier
ανταγωνισμός (ο) verseny, konkurrencia
καλυτερεύω (καλυτερέψω) javt; javul
συγχρόνως egyidejleg
κοινωνικός-ή-ό trsadalmi, szocilis
ψυχολογικός-ή-ό lelki
|
|
διπλωμάτης (ο/η) diplomata
φαρμακοποιός (ο/η) gygyszersz
διαφημιστής (ο)/διαφημίστρια (η) reklmszakember
οικονομολόγος (ο/η) kzgazdsz
έμπορος (ο/η) keresked
εμπορικός αντιπρόσωπος (ο) kereskedelmi gynk
εργάτης (ο)/εργάτρια (η) munks
γραμματέας (ο/η) titkr(n)
δημόσιος υπάλληλος (ο) kzalkalmazott
λογιστής (ο)/λογίστρια (η) knyvel
κλινική (η) klinika
ιατρείο (το) rendel
εργοστάσιο (το) gyr
δημόσια υπηρεσία (η) kzhivatal
εστιατόριο (το) tterem
υπουργείο (το) minisztrium
συνάδελφος (ο/η) munkatrs
σύνταξη (η) nyugdj
κουραστικός-ή-ό fraszt
υπεύθυνος-η-ο felels
στενοχωριέμαι (στενοχωρηθώ) bnkdik; aggdik; elszomorodik
ευχαριστιέμαι (ευχαριστηθώ) (+ σε/με/από) kedvt leli vmben, (meg)rl vmnek
παραπονιέμαι (παραπονεθώ) panaszkodik
συναντιέμαι (συναντηθώ) tallkozik (με vkvel)
βαριέμαι (βαρεθώ) un; unatkozik
αρρωσταίνω (αρρωστήσω) megbetegszik
γεννιέμαι (γεννηθώ) szletik
νοσταλγία (η) nosztalgia; honvgy
θερινός-ή-ό nyri
σχεδόν majdnem
αποφασίζω (αποφασίσω) (+ να) (el)hatroz/-dnt: αποφάσισα να πάω στην Ελλάδα elhatroztam, hogy elmegyek Grgorszgba
πασατέμπος (ο) tkmag, szotyola
νοιάζει rdekel: δε με νοιάζει nem rdekel
χαίρομαι (χαρώ, χάρηκα) rl (για vmnek): χαίρομαι για την επιτυχία σου rlk a sikerednek; (+ Τ) rl vmnek, lvez vmt, gynyrkdik vmben: χαιρόμαστε τον ήλιο και τη θάλασσα lvezzk a napstst s a tengert
δροσιά (η) hvs
ή και vagy ppen
ώρες - ώρες olykor-olykor
παράξενος-η-ο klns, furcsa
ώρα με την ώρα az id mlsval
βιαστικά sietve, gyorsan
βιαστικός-ή-ό siets
ξαναγυρνώ (ξαναγυρίσω) visszajn
κείνος = εκείνος
μοιάζω (μοιάσω) hasonlt (με/σε/Τ vmre, vmhez): μοιάζεις με τον πατέρα σου hasonltasz apukdra; μοιάζει να . . . olyan/gy tnik, mintha
τελικά vgl (is)
τελικός-ή-ό vgs
κάτι itt: nhny
αγιόκλημα (το) lonc (futnvny)
γιασεμί (το) jzmin
υπεραστικός-ή-ό tvolsgi
λέγετε! (telefonlsnl) tessk! hall!
κάπως valahogy; nmileg
λείπω tvol van, oda van (σε vhol): ο Νίκος λείπει στην Αθήνα Nikosz (nincs itthon,) Athnbe utazott
διάβασμα (το) olvass; tanuls
αψού hapci
κρυωμένος-η-ο nths
επιτέλους vgl, vgre
ζακέτα (η) kosztm; kiskabt, dzseki
φορώ (-άω, φορέσω) (ruht) felvesz; hord
τέλος πάντων mindegy! hagyjuk!
θα τα πούμε! v. τα λέμε! (bcszsnl) viszlt!
περνώ tmegy, tlesik (T vmn): πέρασα όλες τις εξετάσεις μου minden vizsgmon tmentem
δυνητική (η) feltteles md
κάνει το γύρο του κόσμου bejrja a vilgot
τραγικός-ή-ό tragikus
δεν τονίζονται στην προπαραλήγουσα a hangsly nem kerl a htulrl szmtott harmadik sztagra
|