πάω (πάω, πήγα) megy (→ πάμε = megynk, menjnk)
πεινώ (-άω, πεινάσω) hes, meghezik
πάρα πολύ nagyon-nagyon
μαζί egytt
τυρί φέτα (το) juhsajt, feta sajt
ντοματοσαλάτα (η) paradicsomsalta
ευχαριστώ (ευχαριστήσω) (meg)kszn (T vknek) (για vmit): σε ευχαριστώ για το φαγητό ksznm (neked) az telt
την ξέρεις τώρα την μητέρα μου de ht ismered az anyukmat! (az ige eltt ll, a trggyal nemben, szmban, szemlyben s esetben megegyez szemlyes nvms gyenge alakja a mondat valamely rszt de sosem magt a trgyat nyomatkostja): την αγαπάω την γυναίκα μου szeretem a felesgemet
αγαπώ (-άω, αγαπήσω) szeret
λουλούδι (το) virg
για -nak/nek, szmra, rszre
πατάτα (η) krumpli
κεφτές (ο) hsgombc (→ κεφτέδες = tsz)
τηγανιτός-ή-ό slt
παστίτσιο (το) makarnifelfjt
χωριάτικη σαλάτα (η) grg salta
αρνάκι φρικασέ (το) brnypecsenye
μοσχάρι κοκκινιστό (το) borj paradicsommrtsban
αυγό τηγανιτό (τo) tojsrntotta
λουκάνικο (το) kolbsz
μιλώ (-άω, μιλήσω) beszl (με/σε vkvel)
διψώ (-άω, διψάσω) szomjas, megszomjazik
σταματώ (-άω, σταματήσω) megll
μελετώ (-άω, μελετήσω) tanul, tanulmnyoz
οδηγός (ο) vezet, sofr
δεσποινίς (η) kisasszony
φεύγω (φύγω) indul, elmegy (για vhova)
|
|
ούτε sem
σινεμά (το) mozi
ονομαστική (η) alanyeset
αιτιατική (η) trgyeset
προσοχή figyelem
πρόθεση (η, tsz: -εις) elljrsz
περνώ (-άω, περάσω) (pl. autbusz) jr (από vmerre)
μόνος-η-ο (μου/σου/του stb.) egyedl: η Εύα μένει μόνη της va egyedl lakik
είναι πολύ φίλος μου nagyon j bartom
πρωί (το) reggel
μεσημέρι (το) dl (mivel a trgyeset ltalban kifejezi az idt, a nvelvel hasznlt napszakok trgyesetben a ‘mikor’ krdsre vlaszolnak, gy: το μεσημέρι dlben)
πηγαίνουμε για φαγητό megynk/ jrunk enni (a ‘πηγαίνω/πάω + για + T’ szerkezetekben a ‘για’ clhatrozi rtelm): πάω για ύπνο megyek aludni; πάμε για καφέ! menjnk kvzni!
κάνει ένα τηλεφώνημα (+ σε) felhv vkt
σε -nak/nek
τηλεφώνημα (το) telefon(hvs)
βράδυ (το) este
πάντα mindig
φιλότιμος-η-ο bartsgos, kedves
απόγευμα (το) dlutn
όταν amikor, ha
πότε mikor
|